Επέλεξαν να πάνε αντίθετα στο ρεύμα των καιρών. Επιμένουν στην ποιότητα του προϊόντος τους χρησιμοποιώντας την παραδοσιακή συνταγή των προπαππούδων τους και παράγουν το μοναδικό ελληνικό ούζο από 100% απόσταξη. Η οικογένεια Βαρβαγιάννη εδώ και 150 χρόνια βάζει γλυκάνισο από τη Λέσβο, νερό από το Πλωμάρι και φυσικά τη δική της τέχνη στην απόσταξη και φτιάχνει ένα ούζο ανώτερης ποιότητας που ταξιδεύει από την Αμερική έως την Αυστραλία. Η ιστορία της επιχείρησης Βαρβαγιάννη αρχίζει το 1860 στο Πλωμάρι. Η επιχείρηση βρίσκεται στο προσκήνιο επί ενάμιση αιώνα και είναι η παλαιότερη ποτοποιία στο είδος της. Συνδεδεμένη άρρηκτα με τη ζωή πέντε γενεών μιας οικογένειας, και μιας έκτης που ήδη έχει αρχίσει τα πρώτα της βήματα, συνεχίζει να παράγει ούζο με την ίδια συνταγή και με τον ίδιο ακριβώς τρόπο του ιδρυτή της στις όχθες του ποταμού Σεδούντα της Λέσβου.
Από τον πρώτο καλοδουλεμένο κωνσταντινουπολίτικο άμβυκα που έφερε ο Ευστάθιος Βαρβαγιάννης όταν εγκαταστάθηκε από την Οδησσό στο Πλωμάρι της Λέσβου, και αποτέλεσε το πρώτο κύτταρο της επιχείρησης, μέχρι σήμερα χιλιάδες λίτρα ούζου γέμισαν καραφάκια και συντρόφευσαν παρέες σε ώρες χαράς ή λύπης.
Η ποιότητα ήταν και παραμένει μονόδρομος για την οικογένεια Βαρβαγιάννη. Ο κύβος ερρίφθη εδώ και αρκετά χρόνια. Όπως λέει ο Γιάννης Ε. Βαρβαγιάννης, ένας εκ των εκπρόσωπων της έκτης γενιάς στην επιχείρηση, «γνωρίζουμε καλά ότι η αυθεντικότητα στον τρόπο παρασκευής του ούζου είναι η ταυτότητα της επιχείρησης, το κύριο όπλο μας σε μια όλο και πιο ανταγωνιστική αγορά. Παρά το ότι η ελληνική και κοινοτική νομοθεσία ορίζει ότι το ούζο είναι απαραίτητο να περιέχει απόσταξη αιθυλικής αλκοόλης, εμείς συνεχίζουμε να παράγουμε τα προϊόντα μας με 100% απόσταξη».
Η παραδοσιακή παραγωγή είναι και χρονοβόρα και ακριβότερη αλλά αυτό δεν τρομάζει τους ανθρώπους της Βαρβαγιάννης που επιμένουν να μην κάνουν εκπτώσεις στις επιλογές τους. «Δεν θα ρισκάρουμε να χαλάσουμε την ποιότητα για να αυξήσουμε τα περιθώρια της κερδοφορίας μας. Δεν θα τολμούσαμε ποτέ να αλλάξουμε το παραμικρό στη διαδικασία παραγωγής », λέει ο Στάθης Βαρβαγιάννης, ένας εκ των σημερινών ιδιοκτητών. Από τις ΗΠΑ έως την Αυστραλία από τη συνολική παραγωγή της ποτοποιίας, που υπολογίζεται σε περίπου 45 χιλιάδες κιβώτια, εξάγεται περίπου το 20% και παρά το γεγονός ότι η εξαγωγική δραστηριότητα της εταιρείας μετρά τουλάχιστον έναν αιώνα, οι άνθρωποι της εταιρείας επιμένουν να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί στις επιλογές τους που έχουν σχέση με την τοποθέτηση του προϊόντος τους στα ράφια των καταστημάτων. Στην εγχώρια αγορά οι πωλήσεις μοιράζονται σχεδόν ισόποσα ανάμεσα στην κρύα και τη ζεστή αγορά- δηλαδή, την κατανάλωση σε μεζεδοπωλεία, καφενεία κτλ καθώς και την κατανάλωση στο σπίτι- με έντονο χαρακτηριστικό και στις δύο αγορές την εποχικότητα. «Η μεγαλύτερη κατανάλωση γίνεται στο διάστημα μεταξύ Απριλίου και Οκτωβρίου», λέει ο κ. Βαρβαγιάννης, ο οποίος παραδέχεται ότι τα τελευταία χρόνια η αγορά παραμένει στάσιμη και πως «ξενόφερτα ποτά» έχουν κλέψει γουλιές από το ποτήρι του εθνικού μας ποτού. Όμως παρ΄ όλα αυτά τόσο η ποτοποιία Βαρβαγιάννη όσο και οι άλλοι Έλληνες ανταγωνιστές της επιμένουν να μάθουν στις νέες γενιές το παραδοσιακό ποτό. Υπολογίζεται ότι την τελευταία πενταετία το μερίδιο του ούζου στην κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών κυμαίνεται από 10% έως 15%- μερίδιο που προσπαθούν να αυξήσουν οι Έλληνες ποτοποιοί.
Η διανομή των προϊόντων Βαρβαγιάννη παραμένει στα χέρια της οικογένειας, αν και τα τελευταία χρόνια στην αγορά η πρακτική θέλει μεγάλες εμπορικές εταιρείες να κάνουν αυτή τη δουλειά. «Στη δεκαετία του ΄90 προκειμένου τα προϊόντα μας να αποκτήσουν καλύτερη θέση στην αγορά, αποφασίσαμε και συνεργαστήκαμε με κάποιες εταιρείες διανομών στις οποίες είχαμε αναθέσει τη διανομή των προϊόντων της. Η δική μας αντίληψη όμως ως προς τον τρόπο επικοινωνίας του προϊόντος μας ήταν διαφορετική. Έτσι η συνεργασία διακόπηκε πολύ γρήγορα και σήμερα το κομμάτι της διακίνησης γίνεται από εμάς τους ίδιους- νομίζουμε με καλά αποτελέσματα», λέει ο κ. Γιάννης Βαρβαγιάννης. Η σχέση της εταιρείας με τις αγορές του εξωτερικού μετρά χρόνια. Το ούζο της οικογενείας Βαρβαγιάννη κυκλοφορούσε από το 1860 στο εξωτερικό, από τη Βηρυτό και την Αλεξάνδρεια μέχρι το χαρέμι του σουλτάνου, ο οποίος πίστευε ότι έχει αναζωογονητικές ιδιότητες. Σήμερα εξάγεται στις ΗΠΑ, μία από τις πιο δύσκολες αγορές στον κόσμο, στην Αυστραλία, στην Κύπρο, στη Γερμανία, στη Γαλλία, στο Βέλγιο και σε άλλες χώρες της Ευρώπης.
Το γεγονός ότι για τους αδελφούς Βαρβαγιάννη το ούζο παραμένει οικογενειακή υπόθεση είχε ως αποτέλεσμα και τη δημιουργία του Μουσείου Ούζου Βαρβαγιάννη στο Πλωμάρι της Λέσβου, που είναι το μοναδικό στην Ελλάδα. Ήταν, όπως λένε, ο ελάχιστος φόρος τιμής στους ιδρυτές της ποτοποιίας Βαρβαγιάννη. Το μουσείο, που ιδρύθηκε το 1996, ξεναγεί τους επισκέπτες του, που φτάνουν κάθε χρόνο τους 35.000, στη διαδικασία παρασκευής του ούζου και μυεί τη νέα γενιά στην παράδοση που κρύβει το ονομαστό αυτό ποτό. Γεννήθηκε, όπως λένε οι ιδρυτές του Στάθης, Μανόλης και Βάγια Βαρβαγιάννη, από την ανάγκη να βρουν έναν χώρο φιλοξενίας για αντικείμενα και άλλα κειμήλια που μαρτυρούν την ιστορία ενός ελληνικού ποτού το οποίο έδωσε μάχες για να κρατήσει την ελληνικότητά του.«Είμαστε και θα παραμείνουμε οικογενειακή επιχείρηση»
Εντυπωσιακός είναι και ο τρόπος με τον οποίο διοικείται η εταιρεία. Η διαδοχή στη διοίκηση της εταιρείας συνεχίστηκε από τη μια γενιά στην άλλη με μία διαφοροποίηση σε ό,τι αφορά τους σημερινούς ιδιοκτήτες της. Σήμερα, όπως λένε περήφανα οι ιδιοκτήτες της, η επιχείρηση έχει συλλογική ηγεσία και όσα μειονεκτήματα μπορεί να έχει μια τέτοια εξέλιξη, τα αδέλφια Βαρβαγιάννη- Μανόλης, Στάθης και Βάγια- τα μετέτρεψαν σε πλεονεκτήματα. Όπως λέει ένας εκ των σημερινών ιδιοκτητών, ο Μανόλης Βαρβαγιάννης «η διατήρηση του οικογενειακού χαρακτήρα της επιχείρησης δεν είναι απλά στόχος και επιδίωξη, αλλά σχεδόν ιερή αποστολή». Παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπισε η επιχείρηση κάποιες στιγμές, οι ιδιοκτήτες της ποτέ δεν σκέφτηκαν την περίπτωση εξαγοράς της, αν και οι συνθήκες δεν ήταν πάντα εύκολες λόγω του ανταγωνισμού που έχει διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια στην αγορά. «Σε καμία περίπτωση δεν θα θέλαμε αυτά που μας κληροδότησε ο πατέρας μας και ο παππούς μας, την ετικέτα, το όνομα και τη συνταγή, να έρθει κάποιος και να τα αλλάξει. Καλύτερα να κλείσουμε και να λένε ότι κάποτε υπήρχε μια εταιρεία που λειτούργησε με τις συγκεκριμένες αρχές και έφτιαχνε ούζο με τον παραδοσιακό τρόπο», λένε οι αδερφοί Βαρβαγιάννη.
| Σχόλια |
|
Μόνο εξουσιοδοτημένοι χρήστες μπορούν να γράψουν σχόλια!
Powered by !JoomlaComment 3.26

















