Η συνεδρίαση στο Νομαρχιακό Συμβούλιο, εξελίσσεται με χροιά "πολεμικής σύρραξης". Ομοβροντίες έρχονται κι απʼ τα "χαρακώματα" του Μιχάλη Μαμάκου, που απʼ την περασμένη εβδομάδα βρίσκεται επικεφαλής της παράταξης: "Με ελπίδα και προοπτική για τα νησιά μας".
Οι ατάκες, οι αντιδράσεις, τα κατηγορώ. Και σε κάποια δεδομένη στιγμή και η έκφραση πολιτικού πολιτισμού. Όταν ήρθε δε η ώρα της κουβέντας μας, παρά το στρες που προηγήθηκε, ο Μιχάλης Μαμάκος μεταμορφώνεται. Η αναφορά και μόνο στα "πράγματα της καρδιάς", τον εξαγνίζει θαρρείς και τον απογειώνει.
Το οδοιπορικό στον βίο και την πολιτεία του Μιχάλη Μαμάκου απʼ το ξεκίνημα φαίνεται ιδιαίτερα ελκυστικό κι ευαίσθητο. Οι εικόνες κινούνται μεταξύ συναισθήματος και ρεαλισμού, διατηρώντας πάντα λεπτές κι ανθρώπινες ισορροπίες.
«Δεν έχει νόημα να πω τίποτα για μένα - τονίζει απʼ την αρχή - αν δεν καταθέσω πως είμαι ό,τι είμαι, γιατί βρήκα στο δρόμο μου θησαυρό ανεκτίμητο τη γυναίκα μου. Στην Ντόρις Αληγιάννη οφείλω τα πάντα, που 25 χρόνια τώρα συνοδοιπορεί μαζί μου, θυσιάστηκε στο βωμό των επιλογών μου, συμπαραστέκεται με ψυχή, και αποδείχτηκε γενναία δίπλα μου, στην πιο τραγική ώρα της ζωής μας. Το μεγαλύτερο κεφάλαιό μου η οικογένειά μας, ο πολυτιμότερος θησαυρός μου η γυναίκα μου?».
Στις βουνίσιες εξοχές του Μεγαλοχωρίου στην περιοχή "Καραγάτσʼ" γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Μιχάλης Μαμάκος. Με? 14 χρόνια διαφορά απʼ το μεγαλύτερο παιδί της οικογένειας τη Μαρία, και με τʼ αδέρφια του Βουνάτσο και Παντελή, πιο πολύ δούλεψε, παρά έπαιξε ο Μιχάλης: «Ήμασταν - αφηγείται με την γλυκύτητα της νοσταλγίας στη φωνή του - μια φαμίλια του μόχθου και βοηθούσαμε και μεις τα παιδιά τους αγρότες γονείς μας, στη σκληρή καθημερινότητα. Δύσκολα τα χρόνια πάνω στο βουνό, ανέχεια, ευθύνες απʼ τον πιο μεγάλο ίσαμε τον πιο μικρό, αλλά ήταν και η ασφάλεια της σφιχτοδεμένης με αγάπη και τρυφερότητα οικογένειας?».
Όταν ο Μιχάλης καταθέτει με κάποια αμηχανία, πως ποτέ δεν κράτησε στα παιδικά του χέρια ένα παιχνίδι, αμέσως αντιπαρέρχεται μʼ ενθουσιασμό: «Τι να μου κάνανε κιόλας τα παιγνίδια του εμπορίου όταν εγώ είχα κοντά μου τον καλύτερο "παραμυθά" του κόσμου, τον βρακοφόρο παππού Παντελή Μουτζούρη; Οι ιστορίες του απʼ τα μέτωπα όπου πολέμησε, οι ρωσοφιλικές του απόψεις για "τον ξανθό και ρωμαλέο", οι κουβέντες του με τους καβαλάρηδες που αραιά και πού περνούσαν απʼ το βουνό "μας", δεν συγκρίνονται με τα πιο ακριβοπληρωμένα "ψυχαγωγήματα" του κόσμου. Ήταν απʼ τις πιο ονειρεμένες ώρες της παιδικής μου ζωής, να φέγγω με το λυχναράκι τα βήματα του παππού τα καλοκαίρια και να ανταμώνουμε στην εξοχή τα βράδια 30 οικογένειες, νʼ ακούμε τις ιστορίες και να "σέρνουμε" πλωμαρίτικους αμανέδες?».
Πριν βγει ακόμα ο ήλιος, το μαθητούδι του Δημοτικού, κατέβαινε το βουνό δυο ώρες δρόμο με τα πόδια, για το σχολείο. Άλλοτε έμενε στο χωριό με τη γιαγιά Βικτώρια, αλλά και πάλι την Παρασκευή το βράδυ, γραμμή ποδαρόδρομο για το Καραγάτσι. Δεν φοβήθηκε όμως το σκοτάδι, παρότι οι σκιές όταν φωτίζονται απʼ την γκαζόλαμπα αγριεύουν και οι θόρυβοι της νύχτας μοιάζουν απόκοσμοι: «Στην εξοχή, θέλεις δεν θέλεις εξοικειώνεσαι με τα στοιχεία της φύσης και με τα θηρία, κι έτσι αντιμετωπίζεις και πιο εύκολα τα? "θηρία" που θα βρεις αργότερα στο δρόμο της ζωής σου?».
Το θρόισμα, το αλύχτισμα, το τρίξιμο των "στοιχειών", ο Μιχάλης Μαμάκος τʼ αντιμετώπισε πολλές φορές στην πορεία του από τότε, μα δεν το 'βαλε ποτέ στα πόδια. «Ήταν - λέει - και η υπόσχεση που είχα δώσει στον πατέρα, πως θα είμαι δυνατός στα δύσκολα, πως ο λόγος μου θα είναι συμβόλαιο και πως αν κέρδιζα το σεβασμό θα ήταν για το χαρακτήρα μου κι όχι για τους τίτλους και τʼ αξιώματα?». Τελικά, οι σχεδόν αναλφάβητοι αγρότες γονείς, Γιώργος Μαμάκος που τον ξεζούμισε η Μακρόνησος και Ειρήνη Μουτζούρη, αποδείχτηκαν"σπουδαγμένοι" στις συμβουλές και στις αξίες που έδωσαν στα παιδιά τους.
Ο Ευθύμης Δουκάκης, ο Αγιασώτης δάσκαλος, πότε με το λόγο και πότε με? τη βέργα έμαθε γράμματα σωστά στο μαθητή του. Όμως και στο Γυμνάσιο - Λύκειο Πλωμαρίου, ο Μιχάλης αρκετά καλά τα πήγε «αν και το είχα ρίξει - λέει - στη διασκέδαση γιατί μου είχαν λείψει αυτά, στο βουνό που ζούσαμε. Είχαμε την τύχη να 'χουμε ντόπιους καθηγητές που το είχαν μεράκι να μορφώσουν τα ντόπια παιδιά. Οι Στρατής Παντελέλλης, Κατερίνα Λαγουμίδου, Μανώλης και Γιάννης Βούρος μας φρόντιζαν? χωρίς φροντιστήρια».
Τον καλύτερο βαθμό του τον έπαιρνε στη Φυσική, Χημεία κι ήταν 18, ενώ θα μπορούσε να ήταν και 20, και το έχει παράπονο ακόμα: «Είχε όμως τη δική του φιλοσοφία ο ακριβοδίκαιος καθηγητής μου Δημήτρης Βελούτσος, Το 18 έλεγε είναι για τους καλούς μαθητές, το 19 για τον καθηγητή, και το 20? για το Θεό. Έτσι μάθαμε γράμματα, τότε που και ο Θεός είχε θέσει στη ζωή μας. Τώρα?». Σε Σχολή Στελεχών Επιχειρήσεων στην Αθήνα, τον έφερε η επιμονή του να μην καθυστερήσει με εξετάσεις, με φροντιστήρια και Πανεπιστήμια αφού τʼ όνειρό του ήταν? να μην γίνει ποτέ δημόσιος υπάλληλος.
Το μόνιμο σύνθημα για τον εαυτό του, «βγες στο δρόμο σου με τόλμη κι ακολούθα τους στόχους σου με συνέπεια. Το να διοριστώ κάπου και να επαναπαυτώ στο 8ωρο του Δημοσίου, μου φαινόταν σαν ποινή. Ήθελα ελευθερία κινήσεων, περιθώρια δημιουργίας και να έχω εγώ το γενικό πρόσταγμα στον προγραμματισμό της ζωής μου».
Το? "απεχθές" τόλμησε όμως να το δοκιμάσει κι έτσι το 1983 μπήκε με διαγωνισμό υπάλληλος, στην Οικονομική Υπηρεσία «έστω για να έχω την ικανοποίηση να? παραιτηθώ λίγες μέρες αργότερα». Ευρέως αποδεκτό, πως "η τύχη ευνοεί τους τολμηρούς". Μόλις στα 25 του, το 1985 ο Μιχάλης παίρνει το ρίσκο να γίνει επιχειρηματίας και με συνέταιρο αγοράζει στο Πλωμάρι την ποτοποιία Γιαννατσή. Το ρίσκο, του έφερε "περγαμηνές" στο χώρο του εμπορίου και για 10 χρόνια η σκληρή δουλειά του έφερε και οικονομική άνεση που τη χρειαζόταν αφού στο μεταξύ είχε γίνει και? πολύτεκνος.
Έχει πάθος και έμπνευση και σχεδόν δέος ο λόγος του σαν αναφέρεται στον έρωτα της ζωής του: «Είχα σαν νέος τις μικροπεριπέτειές μου, μα τα κορίτσια εκείνα ήταν σαν τʼ αυτοκίνητα που τα προσπερνάς για να φτάσεις στον προορισμό σου. Η Ντόρις υπήρξε όχι μόνο ο σταθμός, αλλά και η αμαξοστοιχία ολόκληρη στη ζωή μου.
Απʼ τη Νότια Αφρική η Ντόρις Αληγιάννη, στις εξοχές του Πλωμαρίου εκείνο το καλοκαίρι του ʼ84, γνώρισε το πεπρωμένο της στο πρόσωπο του Μιχάλη. Ο γάμος σε λίγους μήνες την έφερε μόνιμη κάτοικο στο χωριό.
Ίσως εκείνα τα τριξίματα, οι κρωξιές, και τα ουρλιαχτά της νύχτας με τα οποία είχε εξοικειωθεί στο βουνό των παιδικών του χρόνων, να προετοίμασαν από νωρίς το Μιχάλη Μαμάκο νʼ αντιστέκεται στους "εφιάλτες".
Τέσσερα τα παιδιά τους στη σειρά, ο Γιώργος, ο Βασίλης, η Μέριλεν και ο Συμεών έφεραν ευτυχία ανείπωτη στους γονείς τους.
Μα ζήλεψε τη χαρά τους μοίρα κακιά και ανελέητη, κι η τραγωδία χτύπησε όταν κανείς δεν το περίμενε.
Στα έξι του ο μικρός Βασίλης "ταξίδεψε" χωρίς επιστροφή, αναπάντεχα και φρικιαστικά! Το περιμένεις στην εξιστόρηση των γεγονότων, η φωνή του πατέρα να σπάσει, κι έτσι γίνεται. Μα πάλι, γρήγορα συνέρχεται σαν από σιωπηρή επιταγή: «Δεν ξεπερνιέται ο χαμός του παιδιού σου, μα Εκείνος που μας έδωσε τη φουρτούνα, μας γαλήνεψε κιόλας με τρόπο θαυματουργό για μας. Το επόμενο παιδί μας η Βασιλική, γεννήθηκε την ίδια μέρα και ώρα που είχε γεννηθεί κι ο Βασιλάκης μας και το είδαμε σαν θείο σημείο. Και πριν τρία χρόνια, ήρθε κι ο Παναγιώτης - Ταξιάρχης "απρογραμμάτιστα" κι είναι το μόνο μας παιδί απʼ τα πέντε που έχει τα χρώματα του γιου μας που έφυγε. Ξανθός και ολογάλανος όπως εκείνος».
Απʼ το 1990 που άνοιξε το Φοροτεχνικό/Μεσιτικό του γραφείο ο Μιχάλης Μαμάκος το λειτουργεί με την συνεπή παρουσία της γυναίκας του. «Χωρίς όμως την εμπιστοσύνη - λέει - και την υποστήριξη των συγχωριανών μας και πελατών μας κι έξω απʼ τα σύνορα του νησιού, επιτυχία δεν θα γνωρίζαμε. Τους ευχαριστώ όλους».
Στην πολιτική - λέει - πήρε το "βάπτισμα του πυρός" απʼ τον κουμπάρο τότε και φίλο του Δημήτρη Βουνάτσο, που τον παρότρυνε και τον στήριξε να κατεβεί Κοινοτάρχης Μεγαλοχωρίου το 1974. Αναμφισβήτητα έχει τον τόνο της πίκρας τούτος ο απολογισμός των πεπραγμένων για το Μιχάλη και να το γιατί: «Πίστεψε σε μένα ο Δημήτρης και με στήριξε τόσο δυνατά που πήρα σε κείνες τις εκλογές 86%, το μεγαλύτερο ποτέ ποσοστό στη Λέσβο. Ήμουν νέος, χάραξα πρόγραμμα και στρατηγική, αγωνίστηκα, διεκδίκησα, οραματίστηκα, πέτυχα νίκες σε χρόνια πολύ δύσκολα.
Το 1998 πάλι με στήριξε ο Βουνάτσος στην υποψηφιότητά μου για το Δήμο Πλωμαρίου, όπως έκαναν και άλλα στελέχη του ΠΑΣΟΚ, και βγήκα με το 56%. Διαδέχτηκα μια πολύ πετυχημένη Δήμαρχο, τη Μυρσίνη Ψώμου κι έπρεπε να υπερβάλλω εαυτόν για να αναδειχτώ τουλάχιστον ισάξιος.
Στη δεύτερη τετραετία βάλαμε τη σφραγίδα μας στο σύγχρονο συγκρότημα του Γυμνασίου - Λυκείου, στο έργο του Βιολογικού Καθαρισμού στο γήπεδο και στη μαρίνα, αλλά και στην τουριστική πολιτιστική προβολή του Δήμου μας».
Ύστερα απʼ αυτή τη θητεία ήρθε η ρήξη με το Δημήτρη Βουνάτσο, που φαίνεται ακόμα πως τον πονά τον π. Δήμαρχο: «Συναποφασίσαμε να διεκδικήσω τη Νομαρχία κι είπε πως θα με στήριζε γιατί εκείνος δεν ήθελε πια την ανάμειξη. Στην πορεία ήρθαν τα πράγματα, όπως ήρθαν. Εκείνος θεώρησε ότι με στηρίζουν "Σηφουνακικοί" και από αντίδραση ξαναμπήκε στο "χορό", ενώ εγώ ήδη είχα δεσμευτεί με το ΠΑΣΟΚ να παραμείνω στις επάλξεις. Ένιωσα απελπισία και πόνο εκείνο τον καιρό για τη διάσπαση του μεγάλου δημοκρατικού χώρου που εκπροσωπούσαμε, και είδα την ήττα του κόμματός μας να έρχεται?».
Στο ίδιο Νομαρχιακό ψηφοδέλτιο με τον Φραγκλίνο Παπαδέλλη, επικεφαλής τώρα της παράταξης ο Μαμάκος, αφού οι συγκυρίες και πάλι λειτούργησαν καταλυτικά. Συγκινείται από την αίσθηση του απροσδόκητου:
«Οι συνάδελφοι που με ψήφισαν ομόφωνα στην ανάληψη αυτών των ευθυνών, έχουν το λόγο μου πως θʼ αγωνιστώ για ό,τι πιστεύουμε καλύτερο για τον τόπο μας? Άλλωστε αυτό το έπραξα όπου εθήτευσα μέχρι σήμερα».
Στη διάθεση του κόμματός του, λέει πως τίθεται ο Μιχάλης Μαμάκος, αν τον χρειαστεί να κατεβεί υποψήφιος στις επόμενες Νομαρχιακές εκλογές. Φιλόδοξος αλλά ποτέ αδίστακτος, δεν το κρύβει πως τον ενδιαφέρει και το έδρανο της Βουλής «αν το κρίνουν κάποτε οι συνθήκες και οι διαδικασίες, που τις τιμώ και τις σέβομαι».
Κοινωνικός, αεικίνητος, δημιουργικός και αισιόδοξος απʼ τη φύση του, πέρασε μέσα απʼ τις "συμπληγάδες" ο Μιχάλης Μαμάκος και φέρει τραύματα που ακόμα πονούν κι αιμορραγούν. Όμως, βρίσκει αποκούμπι ακόμα και τώρα στο περιτριγύρισμα του βουνού των παιδικών του χρόνων στο Καραγάτσʼ: «Σαν δω από κάτω τον Κόλπο της Γέρας νʼ αστράφτει, λέω πως ο παράδεισος είναι εδώ κι όχι στον ουρανό και παίρνω δύναμη για τα παραπέρα».
Δύναμη παίρνει κι απʼ το αγαπημένο του ζεϊμπέκικο του Καζαντζίδη «εγώ με την αξία μου κι όχι με ξένες πλάτες». Και λέει, πως ένα βράδυ θα το χορέψει και στη Βενετία, μόλις βγει απʼ τη γόνδολα με την αγαπημένη του Ντόρις που ονειρεύεται να την ταξιδέψει κάποτε ως εκεί.
| Σχόλια |
|

















